Έθιμα

 

ΑΠΟΛΥΣΙΕΣ
Μια μορφή ολιγόχρονης κοινοκτημοσύνης.

Η λέξη προέρχεται από το απολύω, αφήνω ελεύθερο και εί­ναι ένα από τα πιο ευχάριστα άλλα και πρωτότυπα έθιμα. Απ' ότι γνωρίζω, το έθιμο αυτό των απολυσιών, δεν υπήρχε σε άλ­ λα γειτονικά χωριά. Είναι άγνωστο από πού είχε την προέλευ­ ση του και άγνωστο πώς δημιουργήθηκε. Ήταν όμως κάτι το α­ συνήθιστο και κάτι που για μας τα παιδιά σκορπούσε ενθουσιασμό, χαρά, ευχαρίστηση.

Γύρω εκεί στα μισά του Οκτωβρίου, ακριβώς μετά τον Τρυγητό, και για δεκαπέντε ημέρες, επετρέπεταν να ανεβείς σε οποιο­ δήποτε οπωροφόρο δέντρο, να φας καρπούς, να μπείς μέσα σε οποιοδήποτε αμπέλι, να μάσεις κοτρίδια ή και σταφύλια, αν εί­ χαν απομείνει και να απολύσεις τα ζώα σου, σε όποιο χωράφι ήθελες να βοσκήσουν. Όλη η περιοχή ήταν στη διάθεση σου και δική σου. Μετά τις δεκαπέντε όμως ημέρες, ο καθένας απο­ τραβιόταν πάλι στα δικά του. Κείνο που θυμάμαι είναι η χαρά που είχαμε εμείς τα παιδιά. Σαν άρχιζαν οι απολυσιές, όλα μα­ ζί κατηφορίζαμε για τα αμπέλια ή την Καναβίστρα. Όλα μαζί γυρίζαμε τα χωράφια. Όλα μαζί βοσκούσαμε τις γίδες. Όλα μα­ ζί παίζαμε και όλα μαζί ανηφορίζαμε τα βράδια, πάλι για το χωριό χαρούμενα, γελαστά, ευτυχισμένα. Αλλά και οι μεγάλοι, κάπως έτσι φαίνονταν στα μάτια μας. Πιο γελαστοί, πιο χαρού­ μενοι, πιο αδελφωμένοι. Τους έβλεπες και αυτούς να μαζεύο­ νται σε κανένα χωράφι, να κάθονται πάνω στις πέτρες και τα πεζούλια ή ξαπλωμένοι στο χώμα, να συζητούν, να χορατεύ- ουν, να γελούν και να καπνίζουν ξένοιαστοι, τις πίπες ή τα τσι­ μπούκια τους.

Και θα πω και τούτο. Δεν θυμάμαι βέβαια, αν ήταν δασκάλε- μα των γονιών μας ή έμφυτη υπευθυνότητα, αλλά το ξένο δέ­ ντρο και το κάθε ξένο συγχωριανού μας πράγμα, το νοιώθαμε κείνες τις ώρες δικό μας. Το σεβόμασταν, το υπολογίζαμε και το αγαπούσαμε. Δεν θυμάμαι ποτέ να διατυπώθηκε από κανέ­ ναν, παράπονο, διαμαρτυρία, καταγγελία.

Ο Φιδάρης
Πυργούλης

ΤΑ ΞΕΦΛΟΥΔΙΑ

Από το Σεμπτέμβριο και μετά αρχίζαμε τα ξεφλούδια. Η κάθε οικογένεια συγκέντρωνε στο σπίτι της ή στο αλώνι του χωριού το καλαμπόκι που ωρίμαζε. Το ξεφλούδισμα (ξεφύλλισμα), ή­ ταν μια δουλειά, που απαιτούσε χρόνο πολύ και που έπρεπε να γίνει και σύντομα, επειδή ο καιρός δεν άφηνε περιθώρια χρό­ νου, για λιάσιμο και στούμπισμα.

Η ενίσχυση των χωριανών στην προκειμένη περίπτωση ήταν επιβεβλημένη και αναγκαία. Θα βοηθούσε το γείτονα, τον συγ­ γενή, τον χωριανό, θα βοηθιέταν όμως και ο ίδιος από αυτούς αργότερα. Και παρουσίαζε αυτή την ευχέρεια να βοηθήσει ο έ­νας τον άλλον, διότι το γένομα ( ωρίμανση ) του καλαμποκιού, δεν ήταν ταυτόχρονη σε όλους. Εξαρτάταν από το χρόνο και κυρίως από τη θέση που βρίσκεταν το χωράφι. Τα καλαμπόκια, παραδείγματος χάριν, της Καναβίστρας, της Σκιαδά, των Αμπελιών, γίνονταν γρηγορότερα.

Το ξεφλούδισμα γινόταν το βράδυ. Και τούτο γιατί την ημέ­ ρα ο καθένας μας είχε δική του δουλειά να κάνει πρώτον, και δεύτερον η δουλειά του ξεφλουδίσματος μπορούσε να γίνει βράδυ και καλλίτερα μάλιστα. Από την ημέρα ειδοποιούμαστε, ότι ο τάδε έχει ξεφλούδισμα το βράδυ και προσκαλούμαστε να πάμε. Μετά το φαγητό θα μαζευόμαστε στο συγκεκριμένο σπί­τι. Η εικόνα ήταν πάντα και παντού η ίδια. Στη μέση του σπιτι­ ού, θάταν ο σωρός του καλαμποκιού, αν ο καιρός δημιουργού­ σε υπόνοιες ότι μπορεί να μην είναι καλός, στην αυλή του σπιτιού αν ο καιρός δεν προμηνούσε βροχές. Στη κορυφή του σωρού, ένα δύο λυχνάρια θα σκόρπιζαν λίγο φως και πολύ κά­ πνα. Τόση όση το πρωί φυσώντας τη μύτη μας να βγάζουμε σχέ τη μαυρίλα.

Γύρω στο χώρο κυκλικά, τα παιδιά, τα κορίτσια, οι γέροι, θα άρχιζαν το ξεφλούδισμα. Εκεί τότε θάρχιζαν, το κουτσομπολιά, τα τραγούδια, τα αινίγματα, τα παραμύθια, μα κυρίως θάρχιζε η κολοκυθιά. Όλοι θάπαιρναν ένα αριθμό από το ένα μέχρι τον αριθμό εκείνο που θα κάλυπτε όλους τους παίχτες. Μέχρι το τριάντα παραδείγματος χάριν, αν οι παίχτες ήταν τριάντα. Ο πρώτος θάρχιζε με τη στερεότυπη φράση " Εχω μια κολοκυ­ θιά, που κάνει πέντε κολοκύθια ". Εκείνος που είχε το πέντε, έ­ πρεπε αμέσως να απαντήσει και να πει : " Γιατί να κάνει πέντε;

" Στη διαμαρτυρία αυτού που είχε το πέντε, απαντούσε ο πρώ­ τος και τον ρωτούσε : "Πόσα θέλεις να κάνει ;" " Να κάνει δέ­ κα " έλεγε αυτός, για να ακολουθήσει η διαμαρτυρία αυτού που είχε το δέκα και να υποδειχθεί άλλος αριθμός, που με τη σει­ ρά του θα υποδείκνυε άλλον και το παιχνίδι έτσι θα συνεχίζεταν. Και είχε το παιχνίδι πολλούς σκοπούς. Κατ' αρχήν κρα­ τούσε ξυπνητούς τους εργαζόμενους και δεν τους άφηνε να νυστάζουν. Δεύτερον, προκαλούσε γέλια και ευχαρίστηση, για­ τί όταν κανένας έχανε και έχανε εκείνος, που έλεγαν τον αριθ­ μό του και δεν πρόσεχε να διαμαρτυρηθεί και να υποδείξει άλ­ λον αριθμό. Σ' αυτή την περίπτωση η μάνα του παιχνιδιού σε συνεννόηση με τους άλλους επέβαλαν ποινή στον "χαμένο". Και η ποινή ήταν να γκαρίξει σαν γάιδαρος, να γαυγίσει σαν σκύ­ λος, να λαλήσει σαν πετεινός και άλλα. Μετά την εκτέλεση της ποινής, άρχιζε πάλι το παιχνίδι. Είχε και ένα άλλον κρυφό και πονηρό σκοπό, το πράγματι αθώο παιχνίδι της κολοκυθιάς. Τα παιδιά εύρισκαν την ευκαιρία να 'ρθούνε σε συζήτηση, πράγμα απαγορευμένο κάπως στην εποχή μας με κάποια κοπέλα που ή­ θελαν και συμπαθούσαν. Και δεν ήταν λίγο αυτό, όταν και αυ­ τή η καλημέρα σχεδόν δεν ήταν επιτρεπτή μεταξύ των νέων του χωριού στις μέρες μας. 8άταν βέβαια πολύ επιφυλακτικοί, μα σαν έρχεταν η σειρά τους λέγαν τον αριθμό της κοπέλας που ήθελαν, αφήνοντας έτσι να φανεί η προτίμηση τους. Και η απάντηση θα συνοδεύεταν με ένα πυγολαμπίδισμα, με μια σύ­ ντομη αστραψιά, μες το λιγοστό φως του λυχναριού, δύο μα­ τιών, που πάντα θάταν απέναντι μας, γιατί πάντα θα επιδιώκα­ με νάμαστε αντίκρυ σ' αυτά τα μάτια, που θέλαμε και που αγαπούσαμε.

Εκτός όμως απ' όλα αυτά, θάχαμε και μια άλλη αμοιβή. Ο νοι­ κοκύρης σαν τέλειωνε το ξεφλούδισμα σ' ένα μεγάλο ταψί ή σ' ένα σκαφίδι, που ζημώναμε το ψωμί, θάχε σταφύλια και σύκα για να φάμε.

Ύστερα το πανηγύρι θα τέλειωνε, με μια καληνύχτα και με μια ευχή « του χρόνου περισσότερο ». Τώρα που φέρνω στη μνήμη μου αυτές τις στιγμές, θυμάμαι πως πάντα σαν τελειώ­ ναμε από τέτοιες χαρούμενες εκδηλώσεις, έφευγα με μια άδη­ λη στενοχώρια, μια απόκρυφη και ανεξήγητη πίκρα. Και πάντα αυτή η γεύση μούρχεταν στα χείλη και στη ψυχή όταν έβλεπα να σταματάει το γέλιο, η χαρά, η ξεγνοιοιά, το πανηγύρι από τη ζωή του ανθρώπου..., από τη ζωή μας.

Το ίδιο και περισσότερο έντονο δημιουργείταν αυτό το συ­ ναίσθημα στην ψυχή μου, σαν τέλειωνε το πανηγύρι του χωρι­ ού μας, ή σαν έρχεταν η Καθαρή Δευτέρα. Τη μέρα αυτή θάρχονταν στο χωριό μασκαράδες από το Αγρίνιο. Και τότε.... Τότε, θα ακούγονταν τραγούδια, θα στήνονταν χοροί, θα τρεμόπαιζαν οι σερπατίνες στις ελιές, θα κοκκίνιζε και θα λάμπιζε στον ή­ λιο το ποτήρι, με το Αβορανίτικο κοκκινέλι, θάπαιζαν τα κλαρί­ να, θα μας ξεκούφιναν οι γύφτικες πίπιζες και θα χόρευε «Η Μάρω» στους ήχους του τραγουδιού του γύφτου και στο ρυθ­ μικό χτύπημα του ντέφι του. Και μεις...εμείς όλα αυτά θα τα βλέπαμε από κάποια άκρη, σαν στρώνονταν οι μασκαράδες κει στου Κουτσουγιαννόπουλου το κτήμα. Δεν συμμετείχαμε στο πανηγύρι, δεν τρώγαμε, δεν πίναμε, γιατί δεν είχαμε, δεν τρα­ γουδούσαμε, δεν χορεύαμε, όμως σαν το απόγευμα, άρχιζαν οι πρώτοι να τινάζουν τα στρώματα και να μαζεύουν τα πράγμα­ τα τους για να φύγουν, μέσα μας απλώνεταν μια πίκρα μια θλί­ ψη. Και σαν άδειαζε το χωράφι και φεύγανε οι μπούλες και ο αέρας στριφογύριζε, μέσα στο άδειο χωράφι του Κουτσογιαννόπουλου, τα πεταμένα χαρτιά και τις πολύχρωμες σερπατίνες και βασίλευε ο ήλιος και ξετρύπωνε μέσα από τις κουφάλες των γέρικων ελιών το σκοτάδι, τότε η πίκρα μεγά­ λωνε, γινόταν αβάσταχτη, θλιβερή.

Φτωχή ζωή ! Με τι στ' αλήθεια ζητούσες να χαρείς !

Μετά το ξεφλούδισμα, το καλαμπόκι κουβαλιέταν στ' αλώνι, να λιασθεί και ύστερα να στουμπιστεί με το δάρτη. Ο δάρτης ένα ξύλο χοντρό, όσο ο καρπός του χεριού του ανθρώπου, μή­ κους ενάμιση περίπου μέτρο, αποτελούσε το ένα μέρος του ό­ λου εργαλείου. Το άλλο αποτελείταν επίσης από ένα άλλο ξύ­λο, μικρότερο σε μέγεθος, ίδιο σε πάχος, δεμένο από το άλλο με ένα σχοινί. Αφού κρατούσες το ένα, το μεγαλύτερο στα χέ­ ρια, στριφογύριζες το άλλο με δύναμη στον αέρα και μετά τ' ά­ φηνες να πέσει με δύναμη πάνω στο σωρό του λιασμένου κα­ λαμποκιού, ώστε να γίνει το ξεσπύρισμα.

Δουλειά σκληρή και κουραστική. Για μια ακόμα φορά θάνοι- ωθες την πίκρα και την απογοήτευση, για μια ακόμα φορά θά- κουγες με τα αυτιά σου τη φωνή του θεού ".. με ιδρώτα του προσώπου σου φαγείν τον άρτο σου..". Μόνο που συ θάβλεπες, πως τούτο το ψωμί δεν ήταν ζυμωμένο με ιδρώτα του προ­ σώπου σου μόνο, αλλά και με κόμπους αίματος της καρδιά σου. Όμως, παρ 1 όλα αυτά, θα χαμογελούσες σαν έβλεπες κείνα τα κίτρινα σπυριά του καλαμποκιού, να λαμπίζουν στ' αλώνι από τον ήλιο του φθινοπώρου και τη σοδειά, να δείχνει, πως θα γε­ μίσει το κασόνι του σπιτιού.

ΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΑ

Τις καλοκαιρινές νύχτες, το χωριό έπαιρνε μια άλλη όψη, πιο ζωντανή, πιο κεφάτη, πιο χαρούμενη. Και όπως συμβαίνει, οε κάθε εκδήλωση, σε κάθε τρόπο ζωής, σε κάθε συνήθεια, να υ­πάρχει κάποιος λόγος, κάποια αιτία γέννησης έτσι και εδώ. Τα νυχτέρια, ήταν γέννημα, δύο βασικών προϋποθέσεων. Της α­παλλαγής των χωριανών από κουραστικές και επείγουσες δου­λειές πρώτον, και δεύτερον, από την ανάγκη των γυναικών, να εκμεταλλευτούν τις πρώτες νυχτερινές ώρες, με καθαρά γυ­ ναικείες δουλειές, όπως το γνέσιμο και το πλέξιμο, δουλειές που δεν τις επέτρεπαν να κάνουν άλλη ώρα οι ασχολίες της η­ μέρας.

Μετά το βράδυνα φαγητό, η γειτονιά θα μαζεύεταν στην αυ­ λή κάποιου σπιτιού. Νωρίτερα θα είχαν συγκεντωθεί ξύλα, θα είχε αναφτεί φωτιά και τα μικρά παιδιά της γειτονιάς γύρω από τη φωτιά θα πηδούσαν, θα χόρευαν, θα τραγουδούσαν, θα ψέναν καλαμπόκια και θα αστειευόντουσαν.

Πρώτα, πρώτα, οι γυναίκες με τις ρόκες χωμένες στον αρι­ στερό τους κόρφο και με το αδράχτι στο δεξί χέρι, θα συμμα­ ζεύονταν στην αυλή, θα στρώνονταν στη σειρά στο πεζούλι της αυλής που κατά κανόνα θα υπήρχε σύριζα στον τοίχο κάθε σπι­ τιού, για να κάθεται ο πατέρας και να ξεκουράζεται, σαν γύρι­ ζε κουρασμένος από την καθημερινή δουλειά, ή ο παππούς και η γιαγιά, οι απόμαχοι της δουλειάς και της ζωής. Αυτά άλλω­ στε ήταν και τα καθίσματα του σπιτιού. Τούτο το πεζούλι το πέ­ τρινο μπορούσε να το αντικαθιστούσε ένας πελεκημένος κορ­μός δέντρου ή μια σανίδα χοντρή καρφωμένη πάνω σε δύο στύλους από κορμούς δέντρων χωμένους στη γη. Εκεί θα παίρ- ναν "παρουσίες", και θάβαζαν φωνή στη γειτόνισσα που αρ­ γούσε, να βιαστεί λέγοντας με υπονοούμενα, τολμηρές σκέψεις, τολμηρά πειράγματα.

Αργότερα, άλλα αργά-αργά και δήθεν βαρετά, θα μαζεύονταν οι άντρες της γειτονιάς. Τότε θάρχιζε το κουτσομπολιό. θ άρχιζαν τα σχόλια, κάποιας συμπεριφοράς, πράξης, τρόπου ζωής και εκδήλωσης τύπων χαρακτηριστικών του χωριού. Θα σχολιάζονταν γεγονότα, θα κρίνονταν πράξεις, θα σατιρίζονταν καταστάσεις.

Τα ξεκαρδιστικά γέλια θα ξεσήκωναν τη γειτονιά, θα σμίγαν με τα γέλια άλλης γειτονιάς και θα σκορπούσαν σ' όλο το χω­ ριό, κέφι, χαρά, ζωή.

Άλλο βράδυ ίσως τα νυχτέρια της γειτονιάς νάπαιρναν άλλη μορφή. Νάταν σοβαρά, παιδευτικά, αλλά και ψυχαγωγικά, με άλλο τρόπο και άλλο σκοπό. Τη θέση του τραγουδιού, του α­στείου, του χορού το αντικαθιστούσε η διήγηση κάποιου παρα­ μυθιού, κάποιας παλιάς ιστορίας του χωριού, κάποιου μύθου. Μικρό παιδί, προτού ακόμα πάω στο Γυμνάσιο, στο νυχτέρι ά­ κουσα τον "Οιδίποδα Τύραννο" από τον μπάρπα Νίκο το Σμάνη και από τον ίδιο άκουσα τη γνωστή "Γκόλφω" την οποία μάλι­ στα στο μεγαλύτερο της μέρος είχε αποστηθήσει. Αλλά και άλ­λες ιστορίες, μύθους και παραμύθια, άκουσα σ' αυτές τις ώρες του νυχτεριού από μεγαλύτερους.

Τις περισσότερες όμως βραδιές θα περνούσε το νυχτέρι με τραγούδι και με χορό. Σπάνια, βέβαια, αλλά γίνονταν και αυτό, η μια γειτονιά επισκεπτόταν την άλλη.

Και ήταν τα νυχτέρια μια συνήθεια που εξυπηρετούσε πολ­λούς σκοπούς. Πρώτα, πρώτα, καλλιεργούσε την κοινωνικότη­ τα και την αγάπη των ανθρώπων. Δεύτερον αποτελούσε ένα μέ­ σον χαράς και γέλιου. Τρίτον ήταν ένα θεατράκι στο οποίο καθένας έπαιζε ένα ρόλο, καθένας έδινε μια παράσταση και τέ­λος το σπουδαιότερον και μη σας φανεί καθόλου παράξενο, ή­ ταν ένα μικρό σχολείο, στο οποίο τα κορίτσια θα μάθαιναν να γνέθουν, να πλέκουν και να μην κάθονται άνεργες σε ώρες σχό­ λης και όλοι μικροί και μεγάλοι, διδάσκονταν χωρίς να το κα­ταλάβουν μέσα από τα παραμύθια, τις ιστορίες και τις παραδό­ σεις του χωριού και του τόπου, που οι μεγάλοι θα διηγούνταν, το αγαθό και το δίκαιο, την αλήθεια και την τιμιότητα, την α­ γάπη και την ηθική.

Ο συμπεθάστατος χωριανός μας ποιητής Αρέντας (Τάσος Σαρδέλης), γοητευμένος από την χάρη και την ομορφιά των νυ­ χτεριών του χωριού αφιέρωσε μερικούς στίχους στην ποιητική του συλλογή " Η φλογέρα " τους οποίους και παραθέτω.

ΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙ

Νοστάλγησα το σπίτι μου πουν" βατοσκεπασυένο να καθαρίσω την αυλή, τη μάντρα του να χτίσω,

να κάτσω και να Θυμηθώ ένα βράδυ ξεχασμένο και την παλιά μου συντροφιά πάλι να συναντήσω.

Να Θυμηθώ που έρχονταν τα βράδυα με τις ρόκες μεσόκοπες και λυγερά κορίτσια ή παντρεμένες κι ανάβανε φωτιά τρανή με κούτσουρα και μόνες άρχιζαν το τραγούδι τους μαζί με τις παρθένες.

Και γνέθαν και τραγούδαγαν τραγούδια ξενητειάς που όταν η μία τάφηνε συνέχιζε με χάρη μια άλλη απ" την παρέα τους στο διάβα της νυχτιάς με το λαμπρό το φέξιμο απ τ" αργυρό φεγγάρι.

Και εμείς που ήμασταν μικροί και τρέχαμε τριγύρω παίζοντας τα παιχνίδια μας στης νύχτας το σκοτάδι, μια ρόκα σβάρνα παίρναμε και τρώγαμε και ξύλο, μα ήτανε τόσο γλυκό... γλυκώτερο από χάδι.

Αγ. Παρασκευή
Άλογα

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Η συντήρηση των βρόμων, η φροντίδα των εκκλησιών και των κοινοτικών χώρων, δεν γίνονταν και δεν ήταν δυνατόν να γίνει με έξοδα και φροντίδα της κοινότητας. Όλα αυτά γίνονταν από την κοινότητα βέβαια, αλλά με την συμμετοχή, τη θέληση και την εργασία των χωριανών. Με τη γνωστή "προσωπική εργα­ σία". Ο πρόεδρος της Κοινότητας με το συμβούλιο, υπολόγιζαν τις εργασίες, που έπρεπε να προσφέρει ο κάθε άντρας, από 18 χρονών και πάνω. Ακόμα καθορίζεταν ο χρόνος που άρχιζε και ο χρόνος που τέλειωνε η εργασία. Συνήθως άρχιζε και τέλειω­ νε το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου και τούτο γιατί τό­τε μαζεύονταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού και δεύτερον ίσως, για να είναι ευπρεπέστερο και καθαρά το χωριό, αλλά και κα­λοί οι δρόμοι για τους πανηγυριώτες, που θάρχονταν στις 15 Αυγούστου στο χωριό, στο πανηγύρι της Παναγιάς. Το πρωί της μέρας που άρχιζε η προσωπική εργασία και νωρίς, νωρίς, θα χτύπαγε γρήγορα η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής και καθέ­ νας με τη σκεπαρνιά στον ώμο θα έφτανε στην πλατεία του χω­ ριού. Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι σύμβουλοι, θα ήταν εκεί, για να κανονίσουν τις ομάδες και την κατεύθυνση και προ­ ορισμό κάθε ομάδας. Συνήθως την ομάδα που θα στέλνανε σε μια ορισμένη περιοχή, θα την αποτελούσαν άτομα, που είχαν χωράφια και συμφέροντα σ' αυτήν, έτσι ώστε να δείχνουν με­ γαλύτερη θέληση και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, για εργασία. Και δεν ήταν μικρή η υποχρεωτική, αλλά και η θεληματική προ­ σφορά εργασίας των χωριανών, σε κατασκευή έργων κοινω­ φελών.

Η μάνα μου μούλεγε, πως για το σκέπασμα και για το στρώ­ σιμο της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, κουβαλούσε με το γάιδαρο και φορτώθηκε η ίδια πλακάκια και μάλιστα όχι μια φορά, αλλά τρείς φορές από την Ναύπακτο.

Και εδώ δημιουργούνται ορισμένοι συλλογισμοί. Σκεφτείτε τη θέληση και την προσπάθεια των παλαιοτέρων, για να στήσουν και να ομορφίνουν το χωριό. Σκεφτείτε την προσφορά σε ερ­ γασία του παλιού Αβορανίτη, σε μια εποχή, που δούλευε και τη νύχτα ακόμα, για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της ζωής κα ή­ ταν κατάκοπος και ίσως νηστικός. Σκεφτείτε, πόση αγάπη έ τρέφε, για το χωριό. Και τότε ; Τότε ίσως, δούμε και μείς, πό­ σο θα πρέπει να ντρεπόμαστε, για τη δική μας προσφορά, για τη δική μας συμβολή, για το δικό μας χρέος.

(Απόσπασμα από βιβλίο του Βαγγέλη Σ. Βλάχου «Στα χνάρια μιάς πορείας»)

 

Τηλέφωνο : 6974067935
info@livadaki.com.gr